ἀρρωδῶ

ἀρρωδέω
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
ἀρρωδέω
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic)
ὀρρωδέω
dread
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
ὀρρωδέω
dread
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κατορρωδώ — κατορρωδῶ, έω, ιων. τ. καταρρωδέω (Α) φοβάμαι υπερβολικά («διὰ τὸ κατορρωδεῑν τὸν ἔξω κίνδυνον τῷ πολλαπλασίους εἶναι τοὺς ὑπεναντίους», Πολ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὀρρωδῶ / ιων. τ. ἀρρωδῶ «φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

  • υπερορρωδώ — και ιων. τ. ὑπεραρρωδῶ, έω, Α φοβάμαι υπερβολικά για κάποιον ή για κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ὀρρωδῶ / ἀρρωδῶ «δειλιάζω, φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.